Η ουρά που δεν τελείωνε

Ήταν πριν λίγες ημέρες, ένα ζεστό μεσημέρι, από αυτά που νιώθεις τον αέρα να κολλάει πάνω σου όπως οι σκέψεις όταν δεν έχουν πού να πάνε. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο συχνά χάνουμε την παρουσία στην καθημερινότητα, όταν το μυαλό μας τρέχει πιο γρήγορα από τη στιγμή που ζούμε

Είχα πάει σε ένα κατάστημα για κάτι «γρήγορο». Ξέρεις, από αυτά που λες θα μπω-θα βγω.

Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια. Και στα δύο ταμεία, η ουρά πάνω από έξι άτομα η καθεμία φαινόταν να κινείται πιο αργά κι από κουρασμένο σαλιγκάρι.

Η μητέρα με το κοριτσάκι

Εκεί ήταν που την πρόσεξα. Μια μητέρα, γύρω στα σαράντα, με ένα κοριτσάκι στο καρότσι. Ήταν όμορφη με έναν ήσυχο τρόπο.

Αλλά… δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν με το παιδί. Δεν ήταν παρούσα. Ήταν με το ρολόι.

Το κοίταζε κάθε λίγο. Όχι για να δει την ώρα. Το κοίταζε σαν να ήθελε να την τιθασεύσει. Λες κι αν κοιτούσε πιο έντονα, θα έσπρωχνε τα λεπτά να τρέξουν. Το παιδί εντωμεταξύ έκανε ήχους. Εκείνη τίποτα.

Η σιωπή που φωνάζει

Ο υπάλληλος έλεγε “Συγγνώμη για την καθυστέρηση, λίγη υπομονή παρακαλώ”. Εκείνη απλώς άλλαζε πόδι στήριξης και ξανακοίταζε το ρολόι.

Κάτι εκείνη τη στιγμή με άγγιξε. Όχι κριτική, αλλά αναγνώριση. Γιατί κι εγώ, κάποιες φορές, έτσι ακριβώς είμαι. Είναι παράξενο πόσο δυνατά μπορεί να φωνάξει η σιωπή κάποιου.

Η σιωπή αυτής της γυναίκας φώναζε: «Δεν προλαβαίνω.» – «Κάτι χάνω.» – «Πρέπει να φύγω, πρέπει να πάω, πρέπει να είμαι αλλού.» Φώναζε ένα “πρέπει” που της τέντωνε το σώμα, την ανάσα. Και το παιδί; Σταμάτησε να κάνει ήχους. Καθόταν σιωπηλό. Σαν να ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει χώρος για το ίδιο.

Το πρόσωπο της εξάντλησης

Ποιος θα περίμενε ότι σε μια απλή ουρά, ανάμεσα σε προϊόντα και ταμειακές, θα έβλεπα μπροστά μου το πρόσωπο της εξάντλησης; Αυτό που τρέχει χωρίς ανάσα (και ας είναι Αύγουστος). Αυτό που είναι κολλημένο στο “μετά”. Κι ύστερα σκέφτηκα: Πόσες φορές δεν έχω κάνει κι εγώ το ίδιο;

Πόσες φορές κοιτάω το ρολόι όχι για να ξέρω τι ώρα είναι, αλλά για να ελέγξω πόσο απέχω από το “τέλος αυτής της κατάστασης”;

Πόσες φορές χάνουμε τη ζωή επειδή ανυπομονούμε να τελειώσει αυτό που κάνουμε εκείνη τη στιγμή για να πάμε στο επόμενο;

Το μάθημα της ημέρας

Δεν ξέρω πώς τελείωσε η ιστορία της. Πήρα τα πράγματά μου και έφυγα.

Αλλά η εικόνα της έμεινε μαζί μου, όπως κάτι που χρειάζεται να το κουβαλήσεις λίγο ακόμη για να το αφομοιώσεις.

Την ίδια μέρα, έκανα κάτι διαφορετικό: άφησα το κινητό στο κομοδίνο (στο συρτάρι εννοώ), έφαγα αργά, περπάτησα χωρίς στόχο. Και όταν άρχισε να πέφτει ο ήλιος, είπα: “Και κάπως έτσι… τελείωσε η μέρα. Ή μάλλον, την έζησα. Κι αυτό είναι η “παρουσία στην καθημερινότητα.”